οι στίχοι

οι στίχοι πρέπει να γεννιούνται και να πεθαίνουν στο χαρτί
όχι εδώ, όχι άλλου
πρέπει να είναι απρόβλεπτα τινάγματα του καρπού προς τη λευκή θάλασσα
άναρθρες κραυγές του γραφικού χαρακτήρα
που καλούν το μεγαλείο και την απεραντοσύνη και του πιο φτηνού σημειωματάριου.
πρέπει να ταξιδεύουν σε υπαρκτά βάθη
να χαράζουν πορεία
κι όλοι να ξέρουν ότι πέρασαν κάποτε από εδώ
να παραδίδουν το μήνυμα στα χέρια, όχι στο μηδέν, ούτε στο ένα
πρέπει να ποτίζουν τη σελίδα
σαν το αίμα τη γάζα, σαν τον ιδρώτα τη φανέλα
να υπάρχουν. για να υπάρχουμε κι εμείς.
να τους καμώνουν διαφημιστικά στυλό της σειράς
σακατεμένα μολύβια κι όλων των ειδών τα χρώματα
όχι να περνάνε face control από usernames, passwords
και τερτίπια που ανεβάζουν την επισκεψιμότητα.
είναι καθήκον μιας αράδας να επιστρέψει την χαμένη αίγλη στα ημερολόγια τσέπης.
και τώρα, ύστερα από αυτούς τους στίχους
ας πιω την ειρωνεία να μεθύσω κι ας πάω στο διάολο

αυτό το χειμωνιάτικο απόγευμα

εμπρός λοιπόν, στην αναζήτηση των λιτών νοημάτων
να σου γράφω σκέψεις όχι ποιήματα
να έχω σώμα, όχι κορμί
να στέκομαι στο λιμάνι, χωρίς να με καλεί ο ορίζοντας.
εμπρός για την ανεξαρτησία της μοναξιάς
να σκοτώσω τους φίλους που έχω στα social media
μόνο έτσι θα με κρίνει αθώο το δικαστήριο της ζωής.
θα σβήσω το φως, να πω τις ίδιες φθαρμένες ιστορίες ξανά και ξανά
μόνο με την λάμψη των ματιών να με συνοδεύει.
εμπρός για το σπάνιο, το μοναδικό, το ασυνήθιστο
να βρω το νόημα της ζωής στους μονοψήφιους αριθμούς
-προσπεράστε ποιήματα σαν αυτό, δεν έχουν να σας πούνε τίποτα-
θα αγκαλιάσω τη σμιλεμένη ρουτίνα με στοργή κι αγάπη
και θα ρίξω στην ίδια του την φωτιά τον έρωτα
θα πνίξω στο ασίγαστο του κύμα το πάθος
κι όσα θα φέρει στα ποδια μου
η μόνη αίσθηση που θα γίνει κράτημα όσο με μαστιγώνει ο χρόνος
είναι αυτή της σιωπής
σαν έρημος θεατής σε μεταμεσονύχτια προβολή, δευτέρα βράδυ.
και θα μεγαλώνω, εγώ, τα δέντρα κι οι ψυχές γύρω μου
λέγοντας, γράφοντας, ονειρευόμενος
κι αγαπώντας τα ίδια μικρά αόρατα γεγονότα.

(τα) Τέσσερα βιβλία που άλλαξαν τη ζωή μου

Πρώτα πρώτα,

δεν είναι πολύ βαριά κουβέντα το άλλαξαν τη ζωή μου; Είτε μιλάμε για βιβλία, είτε για δίσκους, είτε για ο,τιδήποτε; Θεωρώ ότι είναι. Αλλά η μόνη εναλλακτική που είχα ήταν τα τέσσερα βιβλία που με άγγιξαν αρκετά και διαμόρφωσαν την άποψη μου για τον κόσμο. Οπότε; Ας πούμε ότι καθαρά για χωροταξικούς λόγους το σημερινό κείμενο αναφέρεται στα βιβλία που με άλλαξαν σε σημαντικό βαθμό, από την εποχή που δε διάβαζα καθόλου, ως σήμερα που έχω χάσει το μέτρημα σε ό,τι αφορά τα βιβλία που έχω διαβάσει.

Το πρώτο βιβλίο που φύτεψε το σπόρο της αναζήτησης του εαυτού μου μέσα από την αλλαγή τόπων και παραστάσεων ήταν το Στο Δρόμο, του Jack Kerouac. Καμία πρωτοτυπία μέχρι εδώ. Την εποχή που το διάβασα ζούσα στο Ρέθυμνο. Πρέπει να ήταν πίσω στο μακρινό 2011. Ναι, τότε ήταν. Το είχα παραγγείλει από ένα τοπικό, σχετικά, μεγάλο βιβλιοπωλείο και λίγες μέρες αργότερα κι αφού το βιβλίο πέρασε τη θάλασσα, το παρέλαβα. Ποιος να μου έλεγε πόση θάλασσα θα ενστάλαζε μέσα μου αυτό το βιβλίο; Η ειρωνεία του πράγματος είναι ότι μεγαλώνοντας δυσκολεύτηκα πάρα πολύ με το στυλ και τη θεματολογία του Kerouac. Διάβασα διεκπεραιωτικά σχεδόν, το Πικ, ενώ όταν πολλά χρόνια αργότερα, το 2017 ή 18 νομίζω, προσπάθησα να διαβάσω το Big Sur, σταμάτησα στις 40 σελίδες. Βέβαια διατηρώ ακόμη στη βιβλιοθήκη μου τους Αλήτες του Ντάρμα και θέλω να πιστεύω ότι θα το διαβάσω κάποια στιγμή, όχι τόσο από περιέργεια ή επιθυμία, όσο ως φόρο τιμής στο σοκ που μου προκάλεσε ο Καναδός συγγραφέας μια δεκαετία πριν. Το Στο Δρόμο με σαγήνευσε με το πώς έκανε να φαίνεται σπουδαία η άσκοπη μετακίνηση από τον ένα τόπο στον άλλο. Το βιβλίο βέβαια, δημιουργούσε συγκεκριμένες συγκρούσεις μέσα μου αναφορικά με την επίτευξη ενός τέτοιου τρόπου ζωής – εγώ έπρεπε να δουλεύω για το νοίκι μου, τη μπύρα μου, τους λογαριασμούς μου, τον Kerouac τον τάιζαν οι επιταγές μιας θειας του, αν θυμάμαι καλά. Παρόλα αυτά, είχα προλάβει κιόλας να γράψω τις πρώτες νοερές σελίδες του δικού μου οn the road, μιας και το Ρέθυμνο, ήταν η τέταρτη πόλη που άλλαζα από το 2008 όταν και έκλεινα πίσω μου την πόρτα του πατρικού μου. Πολλές φορές συνηθίζω να λέω ότι το ένστικτο της φυγής και της εξερεύνησης υπήρχε μέσα μου πάντα κι ότι απλά το Στο Δρόμο ητάν εκείνο που το αφύπνησε.

Το δεύτερο βιβλίο του σημερινού κουαρτέτου ήταν Οι αλήτες του Παρισιού και του Λονδίνου του George Orwell. Σε άλλες εκδόσεις αναφέρονται ως Οι άθλιοι του Παρισιού και του Λονδίνου. Τι έγινε με το Παρίσι, το Λονδίνο και τον Orwell τώρα… Το συγκεκριμένο βιβλίο το διάβασα και αυτό ενόσω διέμενα στην Κρήτη. Ήταν/είναι το βιβλίο που αποτέλεσε/αποτελεί την σπίθα που άναψε τη φωτιά που ακολούθησε. Επισκέφθηκα το Παρίσι για πρώτη φορά το Νοέμβριο του 2011, ενώ πήγα στην αγγλική πρωτεύουσα τον Φλεβάρη του επόμενου έτους. Θυμάμαι πως το σαράκι του Ηνωμένου Βασιλείου το είχα μέσα μου χρόνια πριν. Ήθελα να δω πώς είναι η ζωή εκεί, μου άρεσε ο καιρός, η ποδοσφαιρική κουλτούρα, η μπύρα, αλλά ποτέ ως τότε δεν είχα αναρωτηθεί αν μπορώ να το κάνω. Να μετεγκατασταθώ εκεί, δηλαδή. Και όσο οι ΑτΠκΛ περιγράφουν τα έργα και τις ημέρες του συγγραφέως, καθώς δουλεύει σε εστιατόρια και κουζίνες του Λονδίνου, τόσο μέσα μου φούντωνε η φωτιά και η επιθυμία να κάνω το ίδιο. Να πάω και να γίνω λαντζιέρης στο Λονδίνο; Η απάντηση είναι ναι. Τότε αυτό ήθελα. Πράγματι, τα χρόνια που ακολούθησαν πήγα και γύρισα δύο φορες στην Αγγλία (Χριστούγεννα 2012 και 2013), δουλεύοντας ως χειρώνακτας, γυρίζοντας από pub σε pub και απολαμβάνοντας το ψιλόβροχο στο μέτωπο μου. Το γιατί γύρισα είναι μια τελείως άλλη ιστορία και υπόθεση, αλλά στο βιβλίο του Orwell μπορώ να αποδώσω σίγουρα το γιατί πήγα.

Ανάμεσα στα Χριστούγεννα του 2012 και του 2013 διάβασα τον Τροπικό του Καρκίνου του Henry Miller. Οι Synday Times έγραψαν για το συγκεκριμένο βιβλίο ότι πρόκειται για ένα παράφορο, λάγνο βιβλίο, διαποτισμένο από τη βαθιά, αισθησιακή απόλαυση της ζωής. Ε, δεν ήθελε και πολύ να με αγγίξει. Συμπτωματικά, εκείνη την περίοδο, διάβαζα και τα Άνθη του Κακού του Charles Baudelaire, οπότε ακόμη κι αν δεν μπορούσα να κατανοήσω πλήρως την ποίηση του Γάλλου ποιητή, αισθανόμουν σίγουρα τουλάχιστον την επιρροή του Τροπικού του Καρκίνου στον τρόπο που έβλεπα τα πράγματα εκείνη την περίοδο. Ο ΤτΚ έχει αρκετές ομοιότητες με το Στο Δρόμο, κυριώς ως προς το γεγονός ότι οι πρωταγωνιστές των δύο έργων ζουν απελευθερωμένοι από το βάρος της ανάγκης του βιοπορισμού. Κοινώς; Τους συντηρούν άλλοι. Κοινώς; Επρόκειτο για κανονικά κοπρόσκυλα του κερατά. Αυτό σε γοήτευσε; θα μου πείτε; Ένας παρασιτικός τρόπος ζωής; Η απάντηση είναι ότι αυτό που έβρισκα τότε τόσο ιδιαίτερο είναι ότι υπήρξε μια εποχή που κάποιοι άνθρωποι μπόρεσαν και έζησαν απελευθερωμένοι από τα ηθικά και κοινωνικά δεσμά της εποχής. Μπορεί τώρα η άποψη μου για τα συγκεκριμένα βιβλία (αλλά και για τη ζωή την ίδια) να είναι διαφορετική, αλλά τότε, ο Miller, o Kerouac, o Orwell, με βρήκαν αρκετά ευάλωτο ώστε να με πείσουν για τη μαγεία που κρύβει το αβέβαιο και μια ζωή στο ρίσκο όταν είσαι 25 χρονών.

Το τελευταίο βιβλίο της σημερινής λίστας το διάβασα μεγάλος. Κι όταν λέω μεγάλος εννοώ ότι το διάβασα έχοντας βρει το προσωπικό μου λιμάνι, έχοντας τελειώσει μια για πάντα με τον ιό της περιπλάνησης, έχοντας επιζητήσει μια πιο συμβατική ζωή. Το τελευταίο βιβλίο της λίστας, δεν είναι βιβλίο. Είναι βίβλος. Έτσι συνηθίζω να λέω και ακόμη και σήμερα χαίρομαι να ακούω τον εαυτό μου να το αποκαλεί έτσι. Πρόκειται για Τα Σταφύλια της Oργής του John Steinbeck. Σε αυτό το σημείο να ξεκαθαρίσω κάτι: Είμαι Κομμουνιστής. Όχι αριστερός. Ούτε Αριστερός. Κομμουνιστής. Πιστεύω στο Σοσιαλισμό, ασκώ ευχαρίστως την απαιτούμενη κριτική στο ΚΚΕ, έχω τεράστιες επιφυλάξεις σε ό,τι αφορά τις καλές (και κυρίως τις κακές) προθέσεις του Ιωσήφ Στάλιν, αλλά: πιστεύω ότι τα μεγαλύτερα προβλήματα της ανθρωπότητας σε κοινωνικό, ηθικό, πολιτικό και, προφανώς, οικονομικό πλαίσιο προέκυψαν από την εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπου. Κοινώς; Από τον καπιταλισμό. Φυσικά και αυτό είναι ένα αχανές θέμα προς συζήτηση, αλλά έκανα αυτήν την εισαγωγή για να γυρίσω εκεί από όπου ξεκίνησα. Τα Σταφύλια της Οργής φωτογραφίζουν, μεταξύ άλλων, την εργασιακή πραγματικότητα του 20ου αιώνα πολύ πριν αυτή γίνει κανόνας. Πολύ πριν μας γίνουν καραμέλα (που τελικά έλιωσε) λέξεις όπως κρίση, ανεργία, υποκατώτατος μισθός. Διάβασα τα Σταφύλια της Οργής σε μια εποχή που ήμουν σχεδόν βέβαιος για την ταξική μου προέλευση, σε μια εποχή που ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι με εκμεταλλεύονται εργασιακά, σε μια εποχή που ημουν σχεδόν πεπεισμένος ότι, ρε φίλε, κάτι πάει λάθος με τα πράγματα γύρω μας, τη διαχείριση, την παραγωγή και τη διανομή του πλούτου. Τα Σταφύλια της Οργής ήρθανε να διαγράψουν όλα τα σχεδόν που είχαν προκύψει μέχρι τη στιγμή που το έπιασα στα χέρια μου.

Όπως είπα και στην αρχή, δεν ξέρω αν αυτά τα βιβλία με άλλαξαν. Μπορώ να επιβεβαιώσω όμως την επιρροή τους την εποχή που διάβασα το κάθε ένα από αυτά. Με εξαίρεση τα Σταφύλια της Οργής δεν είμαι σίγουρος αν θα πρότεινα τα άλλα τρία σε κάποιον χωρίς να ξέρω τα λογοτεχνικά του γούστα. Εξαιρώ τα Σταφύλια, αφού θεωρώ ότι όπως είχε πει κι ο Gary Oldman στο Book of Eli, δεν πρόκειται για βιβλίο, πρόκειται για όπλο. Βέβαια τότε ο Oldman αναφερόταν στη Βίβλο, αλλά εγώ πιο πάνω ταύτισα το έργο του Steinbeck με την Αγία Γραφή, οπότε, τσουπ! πιάνετε τη σύνδεση ε; Όποτε κοιτάω πίσω μου, ή κάθε που πέφτει το μάτι μου πάνω τους στη βιβλιοθήκη μου, νιώθω μια γλυκιά νοσταλγία για τους δρόμους τα λιμάνια και τους σταθμούς που με οδήγησαν και μια μικρή ευγνωμοσύνη ότι όλα έγιναν όπως έπρεπε, καθώς δεν μπορώ να σκεφτώ τι θα συνέβαινε αν ξυπνούσε ο πλάνητας μέσα μου με ένα παιδί να τριγυρίζει στο σαλόνι. Το Στο Δρόμο, ο Τροπικός του Καρκίνου και οι Αλήτες του Παρισιού και του Λονδίνου αποτελούν τρεις ωδές στην ελευθερία, στην αναζήτηση του κόσμου και του ίδιου μας του εαυτού. Νιώθω τυχερός που τα διάβασα, νιώθω ευλογημένος που (μάλλον) τα κατάλαβα και τα άφησα να με καταλάβουν.

σύγχρονο

βυθισμένοι μπροστά στην τηλεόραση,
καταναλώνουμε έτοιμα γεύματα, μαγνητοσκοπημένα ζωντανά προγράμματα κι ειδήσεις.
ανθρακούχα ποτά, χρωστικές ουσίες, μπύρες χωρίς αλκοόλ και σοκολάτες με στέβια.
αθλητικές εκπομπές, στιγμιότυπα, τάκλιν στο τσιμέντο των συνειδήσεων μας σε επανάληψη.
ταινίες δράσης, τηλεπαιχνίδια και realities.
κάνουμε ζάπινγκ απ’τη ζωή στο θάνατο
κι από τα δελτία καιρού στα talent shows.
κι ύστερα
πάμε παρακάτω όσο μας επιτρέπει το scroll down
έχω megabytes, άρα υπάρχω.
μπορεί να μην αξίζω ούτε μια δεύτερη σκέψη
φτάνει μόνο να με βλέπουν ενεργό οι επαφές μου.
μπορεί να διστάζω να πιάσω κουβέντα στο μετρό,
φτάνει μόνο να σε φλερτάρω στο instagram.
κι αν εν τέλει είμαι ένα τίποτα, ένας ξενιστής
μια ανθρώπινη φύρα, μια βαρετή περίπτωση κοινωνικοποίησης
μπορείτε τουλάχιστον να μου πείτε τον κωδικό του wifi;

πάλι καλά

πάλι καλά που μες στη φτώχεια μας μπορούμε κι ονειρευόμαστε ξύπνιοι
πορευόμαστε στα βήματα του tom joad
όσο μουρμουράμε ύμνους στο όνομα εκείνων που βάλανε πλάτη, να σωθούμε εμείς
galeano, καββαδίας, μίσσιος, the clash.
πάλι καλά που μπορούμε και φτιάχνουμε ουτοπίες στον αέρα
ανοίγουμε δρόμους για κόσμους που δε θα έρθουν ποτέ
αλλά τι πειράζει;
γυρεύουμε τον επαναστάτη μέσα μας
αυτόν που θα μας σώσει απ’ τον μεγάλο ύπνο
guevara, alliente, άρης
γιατί μέσα στις αιμάτινες θάλασσες κάποιων,
κάτω από τις ρυτίδες τους κυοφορείται ακόμη ο ιός της οργής.
πάλι καλά.
το σάλπισμα της νίκης θα βρίσκεται πάντα
μέσα στους δίσκους που αγαπήσαμε
στις ιστορίες που μας συντρόφευσαν ως την άφιξη του αστικού,
και μέχρι να φτάσουμε στη δουλειά
στις αλλόκοτες αράδες που γράψαμε
κι είχαν νοημα μόνο για μας, καμιά φορά, ούτε για μας.
αυτό το μονοπάτι είναι δύσκολο και απαιτητικό
δεν έχουμε το δικαίωμα να παρεκκλίνουμε
παρά μόνο να μαζέψουμε τα ξέφτια της ευτυχίας και να προχωρήσουμε
κι αυτό από μόνο του αρκεί.
πάλι καλά.

encore

ξεδιψώ με τον ιδρώτα του εκστασιασμένου πλήθους
ζεσταίνομαι απ’ τον πυρετό που προκαλούν οι νότες.
καλά και τα bar, δε λέω
μα τα πιο σπουδαία βραδιά τα ζήσαμε κάτω απ’τα monitor, δίπλα από τα ηχεία.
Αn Club, Κύτταρο, Μύλος, Νομική, 8ball, Πολυτεχνείο
μόνη μας πατρίδα, τα lives που πήγαμε
Εξάρχεια, Αχαρνών, επόμενη στάση Βυρσοδεψείο
εκείνα που θυμόμαστε και τα άλλα που μας αφηγήθηκαν.
τα τύμπανα δίνουν το ρυθμό,
κρατάνε το τέμπο των ξεκούρδιστων ζωών μας
οι πόλεμοι, ο ένας μετά τον άλλο τελειώνουν
κι εμείς από κάτω, αχόρταγοι,
φωνάζουμε στους στρατούς να βγουν στο πεδίο της μάχης πάλι
κι άλλο, κι άλλο, άκου τις ιαχές μας
μόνη μας ελπίδα, οι βραχνιασμένες μας φωνές καθώς τραγουδάνε στίχους
αυτούς που μίλησαν για μας
και τους άλλους που δεν καταλάβαμε μάλλον ποτέ.
τώρα ο χρόνος μας έχει μεταθέσει σε άλλο πόστο
από τα κάγκελα μπροστά μπροστά, ύστερα στη μέση
και σύντομα πίσω πίσω στην πόρτα, έτοιμοι να φύγουμε μόλις τα φώτα ανάψουν.
σ’ αυτήν την πάλη για το αυτονόητο που όμως τίποτα δε μοιάζει προφανές
ας είναι να μας δίνουν κουράγιο για τη συνέχεια
όλες εκείνες τις φορές που έγινε σκηνή στ’ αστέρια η λάσπη που πατάμε

δεν κοιμάμαι τις νύχτες

δεν κοιμάμαι τις νύχτες
δε θυμάμαι τους διαλόγους που με απογύμνωσαν
ούτε τα τελεσίγραφα που σε σημάδεψαν.
μπορώ να αγγίξω το κρύο των ημερών
καθώς αυτό διασχίζει το μεγάλο δρόμο της γειτονιάς.
δεν κοιμάμαι τις νύχτες
καταραμένος μαζί μ’ άλλους, σπέρνω την ελπίδα στη θλιμμένη πλευρά της πόλης
σκληρές κιθάρες και μονότονες βαριές μπασογραμμές
με συντροφεύουν στο δρόμο προς το χάραμα.
γάτες περνάνε από την αυλή
τα ελενίτ των δίπλα πάλι τρίζουν
το σπίτι, εγώ κι οι λοιποί ένοικοι του
συνταιριάζουμε τις αναπνοές μας και σσς…
άκου τους πώς πετούν στα όνειρα τους με κατεύθυνση μια καλύτερη ζωη.
ξαγρυπνώ με κακές ταινίες και άγρια μουσική
εδώ βρήκα μια γωνιά να υπάρχω παντού.
στη βιβλιοθήκη, το νεροχύτη, τα κρεμασμένα κλειδιά
πίσω από παντζούρια και σφαλιστά παράθυρα
παραχωμένος στην καρδιά ενός καναπέ
με το φως που γεννά η εναλλαγή των καρέ στην οθόνη
περιχαρακώνω την ίδια μου την ύπαρξη
πίσω από μικροαστικά οδοφράγματα
παραδίνομαι στην ορμή του ρολογιού
ζω με το δικό μου ασήμαντο τρόπο
αλλά δεν κοιμάμαι τις νύχτες.